Τρίτη, 2 Απριλίου 2013

Περιμένω



Έχει αρχίσει να με πονάει όλο το κορμί μου. Νιώθω κάθε μου κύτταρο να σφίγγεται. Το μυαλό μου είναι θολωμένο . Tο αίμα μου παγώνει. Κρυώνω. Τα ρίγη με κάνουν να μην μπορώ να ελέγξω τα μέλη μου. Είμαι θεατής ενός σώματος που δεν μου μοιάζει. Έχω χάσει πολλά κιλά. Βλέπω τα δόντια μου να σαπίζουν και να ματώνουν. Τα νύχια μου σπάσανε.
Η ψυχή μου έχει σπάσει κι αυτή. Γέρασε μέσα σε μια εβδομάδα. Το μέσα μου ένα καζάνι που βράζει.. Ώρες ώρες το αισθάνομαι να εκρήγνυται. Ο θυμός μου έγινε ορμητικό ποτάμι. Έχει παρασύρει τις σκέψεις μου. Πέταξε τη λογική μου στα βράχια. Έπνιξε τα συναισθήματά μου.
 Ο χρόνος διογκώθηκε. Ακινητοποιήθηκε. Δεν προχωράει. Παρατείνει το μαρτύριό μου . Τα μάτια μου δυο κόκκινοι ποταμοί. Θέλω ν ανοίξω την πόρτα και να φύγω. Να ξεφύγω από δω μέσα.
Η φωνή μου εξασθένησε από τα ουρλιαχτά. Οι κραυγές μου έγιναν ψίθυροι. Παραμιλάω. Βρίζω. Βρίζω αυτούς που λένε πως μ αγαπάνε. Αυτούς που μ έκλεισαν εδώ μέσα. Κλωτσάω την πόρτα. Μπήγω τα νύχια μου στο ξύλο.
Πονάνε τα μέσα μου.
Εκλιπαρώ «κοροϊδεύοντας» τους. Θέλω να λυγίσουν όπως λύγισα κι εγώ και τους υπόσχομαι ότι θα συνεχίσω πάλι μετά.
Μάταια .
«Μαλάκεεεεες», τους φωνάζω. Να ήσασταν μάγκες να το καταλαβαίνατε νωρίτερα. Τώρα τι? Σας πήρε ο πόνος? «Χέστηκα ρεεεε» .  Χέστηκα. Σας έχω γραμμένους. Θα μείνω εδώ να σαπίσω. Θα σας κάνω να πονάτε πιο πολύ από μένα.
Θέλω να πεθάνω.
Κάποιες στιγμές θέλω να προσευχηθώ αλλά ξεχνάω τα λόγια.
Θυμώνω πιο πολύ.
«Μαλάκα θεέ γελάς???»
Δε σε παρακαλάω . είσαι χειρότερος από μένα. Με βλέπεις και δεν κάνεις τίποτα. Χαίρεσαι κι εσύ????
Μιλάω στο διάολο. Αυτός είναι συνέχεια δίπλα μου. Με κοιτάζει και γελάει δυνατά. Αντηχεί το δωμάτιο από τα γέλια του. Σπάνε τα τύμπανά μου. Βάζω τα χέρια μου στ’ αυτιά μου και σφίγγω το κεφάλι μου. Κουλουριάζομαι στο πάτωμα. Τρέμω.
Κλείνω τα μάτια και περιμένω…
Περιμένω μην μπορώντας να υπολογίσω αν περνάνε οι ώρες. Οι μέρες μου φαίνονται αιώνες.
Κάποια στιγμές ένα ζεστό υγρό κυλάει στο λάρυγγά μου. Ένα παγωμένο μέταλλο εισχωρεί στο στόμα μου και το αδειάζει μέσα απαλά. Δεν έχω συναίσθηση των πραγμάτων. Παλινδρομεί βίαια από το στομάχι μου στο στόμα μου και ξανά πίσω. Μια αηδιαστική μυρωδιά εμετού με λούζει. Δεν αντιδρώ. Έτσι κι αλλιώς δε θα τα κατάφερνα…
Ύστερα από ατέλειωτες προσπάθειες του υγρού να με καταλάβει τα καταφέρνει. Φωλιάζει μέσα μου και μου προκαλεί ευχαρίστηση.
  Ένα βελούδινο χέρι  μ΄ ακουμπάει συνεχώς. Η πιθανότητα να μην είναι παραίσθηση είναι μικρή. Γαντζώνομαι απ’ αυτή τη μικρή πιθανότητα και παλεύω. Οι μέρες που παλεύω περνούν γρήγορα…
Αυτή τη στιγμή ένα άλλο καφέ υγρό εισχωρεί μέσα μου. Τα μάτια μου είναι ανοιχτά και ακίνητα. Αγναντεύω το απέραντο γαλάζιο χυμένος σε μια μπαμπού πολυθρόνα δίπλα στη θάλασσα.
Πίσω μου ακούγονται βήματα. Αισθάνομαι ανατριχίλα στο άγγιγμα ενός παγωμένου χεριού στο λαιμό μου. Η αίσθησή του όμως είναι βελούδινη. Ξυπνάει παλιές μνήμες. Τις ξυπνάει και τις βάζει στη θέση τους. Όλα τώρα είναι αλλιώς. Ένα δυνατό και χαρούμενο γέλιο σπάει τη σιωπή.
«Χαχαχαχα …σε τρόμαξα ε? Άργησα? Δεν άργισα??»
Την κοιτάζω βουρκωμένος και σκέφτομαι πως τελικά χαίρεται κι ο θεός….




Σια Χαλικια

2 σχόλια:

  1. Λάμπρος Τσακριλής2 Απριλίου 2013 - 5:44 π.μ.

    δυνατό κείμενο Σία! Πολλά από αυτά που γράφεις τα έχω νοιώσει και τα έχω αναφωνήσει πολλές φορές κι ας ακούγονται και λίγο... βλάσθημα!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. όχι δεν μου ακουγεται βλάσθημα Λαμπρο!
    εγω δεν εβαλα το λόγο που περνάει ο ήρωάς μου όλα αυτά, γιατί έτσι κι αλλιως κάθε κειμενο αγγίζει διαφορετικά τον καθέναν μας , ανάλογα με τα βιώματά του...
    μια κατάσταση που μας έχει ρίξει χαμηλά και μας έχει κάνει πιθανον λιώμα, ίσως έχουμε περάσει όλοι μας, για διαφορετικούς λόγους :-)

    ΑπάντησηΔιαγραφή