Δευτέρα, 23 Σεπτεμβρίου 2013

Ο Αλέξης Αντωνόπουλος μιλάει στο Καινό για το "Σκοτάδι"



Πριν λίγο καιρό έπεσε στα χέρια μου το «Σκοτάδι» του Αλέξη Αντωνόπουλου.
Ξεκινώντας το, δεν το πήρα και πολύ στα σοβαρά. Ήταν η απαισιοδοξία που μου έβγαζε; Ήταν η φαινομενικά μη συνοχή του; Δεν ξέρω τι ήταν. Ξέρω όμως ότι λίγο λίγο με κέρδιζε και με κέντριζε ταυτόχρονα. Αναρωτιόμουν ποιος είναι αυτός που εξυμνεί το σκοτάδι; Τι είδους άνθρωπος είναι που περιγράφει τον πόνο τόσο έντονα; Αισθάνεται άραγε και ο ίδιος τόσο κενό μέσα του;  
        Όταν έμαθα ότι θα ερχόταν στην Κουρούτα για την παρουσίαση του βιβλίου του, θέλησα να τον γνωρίσω από κοντά. Εξεπλάγην με το νεαρό της ηλικίας του και τη συμπεριφορά του. Συνάντησα ένα νέο παιδί πολύ φιλικό, προσιτό και ευγενικό, πράγμα που μου φάνηκε πολύ αντιφατικό με το είδος γραφής του. Του ζήτησα λοιπόν να μου απαντήσει σε μερικές ερωτήσεις ώστε να τον καταλάβω καλύτερα κι αυτός, με πολύ χαρά, δέχτηκε αμέσως. Θέλετε να τον γνωρίσετε κι εσείς;


 1. Είσαι πολύ νέο παιδί, από ποια ηλικία γράφεις;

Οι μόνες μου αναμνήσεις στις οποίες δεν γράφω είναι πριν μάθω να διαβάζω. Θυμάμαι να είμαι τεσσάρων χρονών, να βλέπω γράμματα, να μην ξέρω τι σημαίνουν και ν’ αναρωτιέμαι για την εμπειρία της ανάγνωσης: Πώς είναι να διαβάζεις; Ακούς μια φωνή που σου διηγείται; Πώς γίνεται να καταλαβαίνεις τόσα πολλά απ’ αυτές τις μικρές ζωγραφιές;
Το πρώτο μου ‘‘βιβλίο’’ το έγραψα όταν ήμουν οχτώ χρονών. Αφορούσε μια παρέα ζουζουνιών που έπρεπε να σώσουν μια πασχαλίτσα από ένα κακό γεράκι. Το είχα χαρίσει στη μητέρα μου και η χαρά της μου αρκούσε ως επιβράβευση.
Πριν μερικούς μήνες, ανακάλυψα στην αποθήκη μια σελίδα- λογικά είχα γράψει σε αυτήν λίγο αφού έμαθα να γράφω. Το μόνο που μπορούσα να καταλάβω είναι πως η ιστορία αφορούσε μια μαϊμού- από κει και πέρα δεν μπορούσα να βγάλω νόημα.
Αυτό που προσπαθώ να πω με τα παραπάνω σαχλά παραδείγματα είναι πως η γραφή ανέκαθεν με αφορούσε. Άρχισα όμως να συνειδητοποιώ πως αυτή θα είναι η ζωή μου αφού έκλεισα τα 19. Γεγονότα με έφερναν συνεχώς αντιμέτωπο με χαρτί και στυλό. Η συγγραφή γινόταν ένα μέσο για να δημιουργώ, να επικοινωνώ και ν’ ανακαλύπτω.
 2. Το Σκοτάδι είναι το πρώτο σου ολοκληρωμένο έργο. Να υποθέσω ότι υπάρχει υλικό και για νέο βιβλίο;
Ναι. Δεν σταματάω ποτέ να γράφω, δεν μπορώ να κάνω αλλιώς. Ήδη δουλεύω το νέο βιβλίο. Άλλωστε το Σκοτάδι εκδόθηκε σχεδόν μισό χρόνο μετά την ολοκλήρωση του, και καθ’ όλη τη διάρκεια των έξι μηνών εγώ ξεκινούσα το επόμενο κεφάλαιο στη συγγραφική μου ζωή.
3. Ξεκινώντας αφιέρωσες το βιβλίο σου στον κάθε αναγνώστη. Έχοντας συνηθίσει να διαβάζω αφιερώσεις στους γονείς ή στους μέντορες ξαφνιάστηκα. Τι σε ώθησε να σ’ αυτό;
Η δημιουργία της συγκεκριμένης αφιέρωσης ήταν αυτονόητη για μένα, αφού το Σκοτάδι γράφτηκε για τον αναγνώστη και ανήκει στον αναγνώστη. Είναι μια επιστολή αγάπης σ’ έναν άνθρωπο που μάλλον δεν θα δω ποτέ το πρόσωπο του.
4. Στα κείμενα σου υπάρχει συχνή αναφορά στο «θείο». Ποια η σχέση σου με το Θεό;
Κάνεις μια πολύ εύστοχη ερώτηση, κι ακριβώς επειδή η ερώτηση σου είναι τόσο εύστοχη, δυσκολεύομαι να την απαντήσω. Αισθάνομαι πως αν δώσω μια αναλυτική απάντηση, θα καταστρέψω την εμπειρία για τον αναγνώστη.
Ας πω μονάχα το εξής: Ο ορισμός του Θεού είναι κάτι που πάντοτε με αφορούσε και πάντοτε θα με αφορά.
5. Όλο το βιβλίο μοιάζει με έναν εσωτερικό μονόλογο, άσχετα αν φαίνεται με συνομιλία. Κατά πόσο μπορούμε να πούμε ότι περιέχει βιωματικά στοιχεία ;
Δεν νομίζω να μπορεί κανείς να γράψει δίχως να διοχετεύσει στοιχεία από τη ζωή του. Αυτά τα στοιχεία έχουν τη δυνατότητα να εμφανιστούν στο κείμενο είτε κυριολεκτικά, είτε συμβολικά. Οι συμβολικές αποκαλύψεις της πραγματικότητας είναι πάντα εκεί, ακόμα κι αν ο συγγραφέας προσπαθεί να τις εξορίσει..
Και στο Σκοτάδι λοιπόν υπάρχουν συμβολικές εικόνες και πρόσωπα που αντικατοπτρίζουν, αλλοιώνουν ή ακόμα κι αντιστρέφουν κομμάτια της ζωής μου και του χαρακτήρα μου.
6. Υπάρχουν περιγραφές και εκφράσεις αρκετά σκληρές. Να υποθέσω ότι έχεις κάνει και «έκπτωση» , με σκοπό να γίνει πιο ήπιο , ώστε να είναι πιο εύκολη η έκδοσή του;
Όχι. Το Σκοτάδι δεν θα είχε εκδοθεί αν έπρεπε να κάνω «εκπτώσεις». Κριτικές και συμβουλές είναι ευπρόσδεκτες απ’ οποιονδήποτε, είτε έχει κερδίσει Νόμπελ, είτε είναι τριών χρονών. Το μόνο που με νοιάζει είναι η ιδέα, και αν όντως με βοηθάει.
Όμως οι «εκπτώσεις» στις οποίες αναφέρεσαι δεν αφορούν αισθητική, αλλά εμπορικότητα. Και δεν θα μπορούσα να επιτρέψω σε κάτι τέτοιο να ακρωτηριάσει το έργο.
Ήμουν τυχερός που το βιβλίο έφτασε στα χέρια του Θωμά Παπαστεργίου, ενός πάρα πολύ ταλαντούχου ποιητή, ο οποίος με τον εκδοτικό του οίκο Ars Poetica στηρίζει νέους συγγραφείς. Ο Θωμάς πίστεψε σ’ εμένα όταν δεν είχε κανένα λόγο να το κάνει, και προώθησε το βιβλίο γι αυτό που είναι, δίχως να προσπαθήσει να το περάσει από προκρούστη. Είναι αληθινός φίλος και μ’ έχει βοηθήσει όσο ελάχιστοι άνθρωποι.
7. Αναρωτιέμαι τι μπορεί να προκαλέσει τόσο κενό και απογοήτευση στον ήρωά σου . Η αλλοτρίωση , η απομόνωση, η μοναξιά;
Όλα όσα αναφέρεις, και ακόμα περισσότερα. Και όλα όσα αναφέρεις πηγάζουν από το γεγονός πως ο ήρωας αποτελεί, κατά μια έννοια, ένα θύμα. Ο θύτης είναι το ‘‘Σκοτάδι’’. Τι είναι το ‘’Σκοτάδι’’; Αν έχω κάνει τη δουλειά μου σωστά, το ‘‘Σκοτάδι’’ μας παρουσιάζεται στην αρχή ως ένα αρκετά απλό σύμβολο, αλλά ενώ οι σελίδες συνεχίζουν, η κατάσταση περιπλέκεται.
Στο έργο υπάρχει ένα συνεχές παιχνίδι με τους ορισμούς λέξεων: Με τη λέξη που αλλάζει νόημα ανάλογα με τη θέση της στο κείμενο, και με τη δυνατότητα της γλώσσας να μεταφέρει αυτό το νόημα μέσα από δίοδους που δεν θα ‘‘έπρεπε’’ να υπάρχουν.
 8. Διαβάζοντας αισθάνθηκα έντονα τον πόνο του. Πώς μπορεί ένας τόσο νέος άνθρωπος να γράψει τόσο καλά για αυτό το συναίσθημα , αν δεν το έχει νιώσει;
Δεν πιστεύω πως είναι θέμα ηλικίας, αφού ο θύτης του έργου, δυστυχώς, δεν δίνει ιδιαίτερη σημασία στις ηλικίες. Όσο αφορά τη δική μου εμπειρία με τον θύτη… Ίσως να μπορεί κάποιος να γράψει γι αυτόν αν δεν τον έχει γνωρίσει. Όχι εγώ. Δεν έχω τέτοιες ικανότητες. Άλλωστε υπάρχει άνθρωπος που να μην τον έχει γνωρίσει; Το βρίσκω απίθανο. Ένας από τους λόγους που επέμενα να μοιραστώ το έργο με τον κόσμο είναι επειδή πιστεύω πως όλοι ξέρουμε πολύ καλά τον θύτη. Κάποιοι είμαστε παντρεμένοι μαζί του, ενώ άλλοι τον κρύβουμε μέχρι να τον ξεχάσουμε, για λίγο, μέχρι οι φωνές του να μας θυμίσουν πως είναι ακόμα εδώ. 

9. Τι είδος καλλιτέχνης είσαι; Από αυτούς που ανακαλύπτουν την ομορφιά εκεί που άλλοι δεν μπορούν ή από αυτούς που τη δημιουργούν;

 Αυτό μπορείς να το κρίνεις μόνο εσύ και οι υπόλοιποι αναγνώστες.
10. Το Σκοτάδι τελειώνει αναπάντεχα για μένα. Η φράση «Σ΄αγαπώ» που επέλεξες είναι τελείως αντιφατική με την απογοήτευση των κυρίως κειμένων. Μου βγάζει αισιοδοξία. Κάνω λάθος;
Σε καμία περίπτωση δεν κάνεις λάθος. Δεν θα έκανες λάθος ό,τι κι αν σου έβγαζε. Το βιβλίο το αφιέρωσα σ΄ εσένα. Σου ανήκει.
11. Κλείνοντας το οπισθόφυλλο είχα μια γλυκόπικρη γεύση και χαμόγελο στο πρόσωπο. Σκέφτηκα δε, πως μου την « έσκασες» . Εσύ ποια περίμενες πως θα είναι η αντίδραση του αναγνώστη σου;
Όταν σκέφτομαι το τέλος του έργου, σκέφτομαι τη λέξη ‘‘αναγέννηση’’. Το χαμόγελο που αναφέρεις λοιπόν, αποτελεί ανεκτίμητο δώρο για μένα.
12. Σ΄ ευχαριστώ πολύ Αλέξη Αντωνόπουλε! Σου εύχομαι να έχεις πάντα το κέφι που έχεις σήμερα και τη σεμνότητα που διέκρινα κατά τη συνάντησή μας στην Κουρούτα. Καλή επιτυχία!!!!
 Εγώ σ’ ευχαριστώ για την υπέροχη συνέντευξη. Σε πάρα πολλά σημεία δυσκολεύτηκα να σου απαντήσω, το οποίο σημαίνει πως κάνεις τις σωστές ερωτήσεις!


Σία Χαλικιά

Υ.γ.
1) Λίγα λόγια για το συγγραφέα:
Ο Αλέξης Αντωνόπουλος γεννήθηκε το 1989 στην Αθήνα. Σπούδασε Ιστορία και Διεθνείς Σχέσεις στο Αμερικάνικο Κολέγιο της Αγίας Παρασκευής και Υποκριτική στο Ινστιτούτο Θεάτρου και Κινηματογράφου Lee Strasberg της Νέας Υόρκης. Από το 2011 μέχρι σήμερα έχει εργαστεί στην τηλεόραση και στον κινηματογράφο ως ηθοποιός και βοηθός σκηνοθέτη.
Μπορείτε να επικοινωνήσετε μαζί του στο: alexantonopoulos0@gmail.com

και στο : www.alexantonopoulos.com

2) Για όποιον θέλει να πάρει μια «γεύση» από το Σκοτάδι , σας παραθέτω ένα από τα αγαπημένα μου «κομμάτια» : το Κουδούνι…

ΤΟ ΚΟΥΔΟΥΝΙ
Διαλέγω την πολυκατοικία, τυχαία.
Διαλέγω τ’ όνομα, τυχαία.
Πατάω το κουδούνι.

‘‘Ποιος είναι;’’
Η χροιά του γέρικη, εξασθενημένη.
Έχω καλύψει την κάμερα με το χέρι μου.
‘‘Ποιος είναι;’’

Χτυπάω το κουδούνι.
‘‘Γιατί δεν μιλάς;’’
Χτυπάω το κουδούνι.
‘‘Ποιος είναι μωρέ;!’’

Έχει θυμώσει τα φλέγματα τον εμποδίζουν να φωνάξει.
‘‘Βρε μαλακισμένο, άλλη δουλειά δεν έχεις;’’
Χτυπάω το κουδούνι.
‘‘Φύγε! Λάθος άνθρωπο βρήκες γι αυτά.’’
Χτυπάω το κουδούνι.
‘‘Φύγε είπα! Θα καλέσω την αστυνομία!’’
Έχει αρχίσει να φοβάται.

Χτυπάω το κουδούνι.
Χτυπάω το κουδούνι.
Χτυπάω το κουδούνι.
‘‘Φύγε είπα φύγε άσε με μόνο
ούτε στο σπίτι μου δεν μπορώ
να μείνω μόνος
φύγετε
θέλω
να μείνω μόνος!’’
Προλαβαίνω ν’ ακούσω τους λυγμούς του
πριν αφήσει το κουμπί,
και το θυροτηλέφωνο σωπάσει.

Χτυπάω το κουδούνι.
Το κλάμα του επιστρέφει  είναι απελπισμένος.
‘‘Άκου…
Όποιος…
Όποια…
Κι αν είσαι…
Είμαι κουρασμένος.
Πεθαίνω.
Έχω καρκίνο.
Και πονάω.
Πονάω πολύ.
Οι κόρες μου
μ’ έχουν ξεχάσει
οι φίλοι μου
έχουν φύγει
κι είμαι εδώ
και περιμένω την ώρα μου να φτάσει.
Ξέρεις πως περνάει η κάθε μέρα;
Με χάπια, τόσα πολλά χάπια,
ενέσεις- δεν έχω να πληρώσω νοσοκόμα,
κι ένα πικάπ.
Το τελευταίο είναι η μόνη μου-
δεν μπορώ να βρω τη λέξη-
το κεφάλι μου έχει κουραστεί.
Βάζω εκεί τους δίσκους
που ακούγαμε με τη γυναίκα μου
και προσπαθώ να ονειρευτώ.
Κλείνω τα μάτια μου και προσπαθώ να ονειρευτώ.
Να την ονειρευτώ.
Μερικές φορές τα καταφέρνω.
Και τότε
τότε…’’
Τα δάκρυα του κρατάνε τη φωνή.

‘‘Γι αυτό παιδί μου
δεν έχει νόημα να παίζεις εδώ.
Ό,τι αστείο κι αν ψάχνεις
εδώ δεν θα το βρεις.
Καλό σου βράδυ.’’

Σιωπή.
Από το ηχείο
ξανά σιωπή.

Χτυπάω το κουδούνι.
Χτυπάω το κουδούνι.
Χτυπάω το κουδούνι.
Χτυπάω το κουδούνι.
Χτυπάω το κουδούνι.
Χτυπάω το κουδούνι.
Χτυπάω το κουδούνι.

Χτυπάω το κουδούνι.
Χτυπάω το κουδούνι.
Χτυπάω το κουδούνι.

Κι από τις βλαστήμιες του
τις κατάρες του
τις εκκλήσεις του να πεθάνει,
προσπαθώ.

Να νιώσω κάτι.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου